垂んとする
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα πλησιάζω (τα τριάντα έτη κ.λπ.), προσεγγίζω, φτάνω κοντά
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 垂んとする
- Παρόν (ευγενικό)
- 垂んとします
- Άρνηση (απλή)
- 垂んとしない
- Άρνηση (ευγενική)
- 垂んとしません
- Παρελθόν (απλό)
- 垂んとした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 垂んとしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 垂んとしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 垂んとしませんでした
- Τε-μορφή
- 垂んとして
- Δυνητική
- 垂んとできる
- Προστακτική
- 垂んとしろ
- Βουλητική
- 垂んとしよう
- Υποθετική (ば)
- 垂んとすれば
- Υποθετική (たら)
- 垂んとしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 垂んとしたい
- Απαγορευτική (~な)
- 垂んとするな
- Προστακτική (ευγενική)
- 垂んとしなさい
- Παθητική
- 垂んとされる
- Αιτιατική
- 垂んとさせる