かた

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κοπή με καλούπι, διαμόρφωση με μήτρα
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα κουπάτ, φόρμα για μπισκότα

Κλίση

Παρόν (απλό)
型抜きする
Παρόν (ευγενικό)
型抜きします
Άρνηση (απλή)
型抜きしない
Άρνηση (ευγενική)
型抜きしません
Παρελθόν (απλό)
型抜きした
Παρελθόν (ευγενικό)
型抜きしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
型抜きしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
型抜きしませんでした
Τε-μορφή
型抜きして
Δυνητική
型抜きできる
Προστακτική
型抜きしろ
Βουλητική
型抜きしよう
Υποθετική (ば)
型抜きすれば