かた

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 παλιό μοντέλο (συσκευής, μηχανήματος κ.λπ.), ξεπερασμένος (λόγω της κυκλοφορίας νέου μοντέλου)
  2. 02 πτώση (τύπος ελαττώματος σε χύτευση μετάλλου)

Κλίση

Παρόν (απλό)
型落ちする
Παρόν (ευγενικό)
型落ちします
Άρνηση (απλή)
型落ちしない
Άρνηση (ευγενική)
型落ちしません
Παρελθόν (απλό)
型落ちした
Παρελθόν (ευγενικό)
型落ちしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
型落ちしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
型落ちしませんでした
Τε-μορφή
型落ちして
Δυνητική
型落ちできる
Προστακτική
型落ちしろ
Βουλητική
型落ちしよう
Υποθετική (ば)
型落ちすれば