かきつく

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός υψώνω (συναισθηματικό) τείχος (μεταξύ δύο ανθρώπων), γίνομαι αποστασιοποιημένος
  2. 02 ιδιωματισμός σχηματίζω τείχος (ανθρώπων)

Κλίση

Παρόν (απλό)
垣を作る
Παρόν (ευγενικό)
垣を作ります
Άρνηση (απλή)
垣を作らない
Άρνηση (ευγενική)
垣を作りません
Παρελθόν (απλό)
垣を作った
Παρελθόν (ευγενικό)
垣を作りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
垣を作らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
垣を作りませんでした
Τε-μορφή
垣を作って
Δυνητική
垣を作れる
Προστακτική
垣を作れ
Βουλητική
垣を作ろう
Υποθετική (ば)
垣を作れば