ける

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 θάβω (στο έδαφος)
  2. 02 καλύπτω (κάρβουνα) με στάχτη, διατηρώ αναμμένη φωτιά, ανάβω (κάρβουνα) σε χιμπάτσι

Κλίση

Παρόν (απλό)
埋ける
Παρόν (ευγενικό)
埋けます
Άρνηση (απλή)
埋けない
Άρνηση (ευγενική)
埋けません
Παρελθόν (απλό)
埋けた
Παρελθόν (ευγενικό)
埋けました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
埋けなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
埋けませんでした
Τε-μορφή
埋けて
Δυνητική
埋けられる
Προστακτική
埋けろ
Βουλητική
埋けよう
Υποθετική (ば)
埋ければ