埋け込む
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 θάβω (π.χ. στη στάχτη, στο χιόνι, στο χώμα), καλύπτω
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 埋け込む
- Παρόν (ευγενικό)
- 埋け込みます
- Άρνηση (απλή)
- 埋け込まない
- Άρνηση (ευγενική)
- 埋け込みません
- Παρελθόν (απλό)
- 埋け込んだ
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 埋け込みました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 埋け込まなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 埋け込みませんでした
- Τε-μορφή
- 埋け込んで
- Δυνητική
- 埋け込める
- Προστακτική
- 埋け込め
- Βουλητική
- 埋け込もう
- Υποθετική (ば)
- 埋け込めば
- Υποθετική (たら)
- 埋け込んだら
- Επιθυμητική (~たい)
- 埋け込みたい
- Απαγορευτική (~な)
- 埋け込むな
- Προστακτική (ευγενική)
- 埋け込みなさい
- Παθητική
- 埋け込まれる
- Αιτιατική
- 埋け込ませる