埋まる
ρήμα | N3 | Μετάφραση από JMdict
- 01 θάβομαι, καλύπτομαι, περικυκλώνομαι
- 02 ξεχειλίζω, γεμίζω ασφυκτικά, γεμίζω
- 03 αποπληρώνομαι (π.χ. χρέος), αναπληρώνομαι
- 04 συμπληρώνομαι (π.χ. κενό, θέση, πρόγραμμα)
Παραδείγματα
-
席が埋まる。
Γέμισαν οι θέσεις.
-
その会場は多くの人で埋まっていた。
Ο χώρος ήταν γεμάτος κόσμο.
-
長年の課題だった借金が、ようやく今回の売上で埋まる見込みだ。
Το χρέος που είχαμε για χρόνια, επιτέλους αναμένεται να καλυφθεί από τις τωρινές πωλήσεις.
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 埋まる
- Παρόν (ευγενικό)
- 埋まります
- Άρνηση (απλή)
- 埋まらない
- Άρνηση (ευγενική)
- 埋まりません
- Παρελθόν (απλό)
- 埋まった
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 埋まりました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 埋まらなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 埋まりませんでした
- Τε-μορφή
- 埋まって
- Δυνητική
- 埋まれる
- Προστακτική
- 埋まれ
- Βουλητική
- 埋まろう
- Υποθετική (ば)
- 埋まれば
- Υποθετική (たら)
- 埋まったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 埋まりたい
- Απαγορευτική (~な)
- 埋まるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 埋まりなさい
- Παθητική
- 埋まられる
- Αιτιατική
- 埋まらせる