わせる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αναπληρώνω, αποζημιώνω, αντισταθμίζω

Κλίση

Παρόν (απλό)
埋め合わせる
Παρόν (ευγενικό)
埋め合わせます
Άρνηση (απλή)
埋め合わせない
Άρνηση (ευγενική)
埋め合わせません
Παρελθόν (απλό)
埋め合わせた
Παρελθόν (ευγενικό)
埋め合わせました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
埋め合わせなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
埋め合わせませんでした
Τε-μορφή
埋め合わせて
Δυνητική
埋め合わせられる
Προστακτική
埋め合わせろ
Βουλητική
埋め合わせよう
Υποθετική (ば)
埋め合わせれば