埋うもれる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 θάβομαι, καλύπτομαι, κρύβομαι

Παραδείγματα

  • 雪ゆきに埋うもれる。

    Θάφτηκε στο χιόνι.

  • 大切たいせつな物ものが本ほんの山やまに埋うもれてしまった。

    Το πολύτιμο αντικείμενό μου χάθηκε μέσα σε ένα βουνό από βιβλία.

  • 彼かれは日ひ々の忙いそがしさに埋うもれて、自分じぶんの時間じかんを見失みうしないがちだった。

    Ήταν τόσο χαμένος στην καθημερινή ρουτίνα, που συχνά ξεχνούσε τον εαυτό του.

Κλίση

Παρόν (απλό)
埋もれる
Παρόν (ευγενικό)
埋もれます
Άρνηση (απλή)
埋もれない
Άρνηση (ευγενική)
埋もれません
Παρελθόν (απλό)
埋もれた
Παρελθόν (ευγενικό)
埋もれました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
埋もれなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
埋もれませんでした
Τε-μορφή
埋もれて
Δυνητική
埋もれられる
Προστακτική
埋もれろ
Βουλητική
埋もれよう
Υποθετική (ば)
埋もれれば