まいぼつ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 θάψιμο, θαμμένος
  2. 02 παραμονή στην αφάνεια, λήθη
  3. 03 απορρόφηση (π.χ. σε έρευνα), εμβύθιση

Κλίση

Παρόν (απλό)
埋没する
Παρόν (ευγενικό)
埋没します
Άρνηση (απλή)
埋没しない
Άρνηση (ευγενική)
埋没しません
Παρελθόν (απλό)
埋没した
Παρελθόν (ευγενικό)
埋没しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
埋没しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
埋没しませんでした
Τε-μορφή
埋没して
Δυνητική
埋没できる
Προστακτική
埋没しろ
Βουλητική
埋没しよう
Υποθετική (ば)
埋没すれば