まいせつ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 υπόγεια τοποθέτηση (π.χ. καλωδίων), ενταφιασμός ή θάψιμο (π.χ. σωλήνων)

Κλίση

Παρόν (απλό)
埋設する
Παρόν (ευγενικό)
埋設します
Άρνηση (απλή)
埋設しない
Άρνηση (ευγενική)
埋設しません
Παρελθόν (απλό)
埋設した
Παρελθόν (ευγενικό)
埋設しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
埋設しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
埋設しませんでした
Τε-μορφή
埋設して
Δυνητική
埋設できる
Προστακτική
埋設しろ
Βουλητική
埋設しよう
Υποθετική (ば)
埋設すれば