ばいよう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 καλλιέργεια
  2. 02 καλλιέργεια (φυτών), ανάπτυξη, εκτροφή
  3. 03 καλλιέργεια (π.χ. μιας δεξιότητας), ενίσχυση (δημοκρατίας, εθνικής ισχύος κ.λπ.), ανάπτυξη

Κλίση

Παρόν (απλό)
培養する
Παρόν (ευγενικό)
培養します
Άρνηση (απλή)
培養しない
Άρνηση (ευγενική)
培養しません
Παρελθόν (απλό)
培養した
Παρελθόν (ευγενικό)
培養しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
培養しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
培養しませんでした
Τε-μορφή
培養して
Δυνητική
培養できる
Προστακτική
培養しろ
Βουλητική
培養しよう
Υποθετική (ば)
培養すれば