ける

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 θέτω τα θεμέλια για (π.χ. μια θεωρία), βασίζω

Κλίση

Παρόν (απλό)
基礎付ける
Παρόν (ευγενικό)
基礎付けます
Άρνηση (απλή)
基礎付けない
Άρνηση (ευγενική)
基礎付けません
Παρελθόν (απλό)
基礎付けた
Παρελθόν (ευγενικό)
基礎付けました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
基礎付けなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
基礎付けませんでした
Τε-μορφή
基礎付けて
Δυνητική
基礎付けられる
Προστακτική
基礎付けろ
Βουλητική
基礎付けよう
Υποθετική (ば)
基礎付ければ