ちる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 παρακμάζω (για ήθη, χαρακτήρα κ.λπ.), γίνομαι χυδαίος (π.χ. σε μια συζήτηση), καταδέχομαι (σε κάτι), ξεπέφτω
  2. 02 καταστρέφομαι, χρεοκοπώ, πέφτω (στην κόλαση)

Παραδείγματα

  • かれちる

    Αυτός ξεπέφτει.

  • 会社かいしゃちてしまった。

    Η εταιρεία καταστράφηκε.

  • 社会全体しゃかいぜんたい倫理的りんりてきちていくのをるのはとてもかなしいことです。

    Είναι πολύ λυπηρό να βλέπεις ολόκληρη την κοινωνία να παρακμάζει ηθικά.

Κλίση

Παρόν (απλό)
堕ちる
Παρόν (ευγενικό)
堕ちます
Άρνηση (απλή)
堕ちない
Άρνηση (ευγενική)
堕ちません
Παρελθόν (απλό)
堕ちた
Παρελθόν (ευγενικό)
堕ちました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
堕ちなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
堕ちませんでした
Τε-μορφή
堕ちて
Δυνητική
堕ちられる
Προστακτική
堕ちろ
Βουλητική
堕ちよう
Υποθετική (ば)
堕ちれば