たまったもんじゃない

άλλο, επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα αφόρητος, ανυπόφορος, δυσβάσταχτος
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα τρομερός, εξωπραγματικός, ακαταμάχητος
  3. 03 συνήθως γραμμένο με κάνα δεν μπορώ παρά να, δεν αντέχω να μην, ανυπομονώ να

Κλίση

Παρόν (απλό)
堪ったもんじゃない
Παρόν (ευγενικό)
堪ったもんじゃないです
Άρνηση (απλή)
堪ったもんじゃなくない
Άρνηση (ευγενική)
堪ったもんじゃなくないです
Παρελθόν (απλό)
堪ったもんじゃなかった
Παρελθόν (ευγενικό)
堪ったもんじゃなかったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
堪ったもんじゃなくなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
堪ったもんじゃなくなかったです
Τε-μορφή
堪ったもんじゃなくて
Υποθετική (ば)
堪ったもんじゃなければ