せき

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 σπάω το φράγμα, ξεσπώ

Κλίση

Παρόν (απλό)
堰を切る
Παρόν (ευγενικό)
堰を切ります
Άρνηση (απλή)
堰を切らない
Άρνηση (ευγενική)
堰を切りません
Παρελθόν (απλό)
堰を切った
Παρελθόν (ευγενικό)
堰を切りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
堰を切らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
堰を切りませんでした
Τε-μορφή
堰を切って
Δυνητική
堰を切れる
Προστακτική
堰を切れ
Βουλητική
堰を切ろう
Υποθετική (ば)
堰を切れば