むく

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ανταμείβω, ανταποδίδω, ξεπληρώνω
  2. 02 εκδικιέμαι, παίρνω εκδίκηση

Παραδείγματα

  • 努力どりょくかならむく

    Η προσπάθεια πάντα ανταμείβεται.

  • 善行ぜんこう善行ぜんこうとしてむくわれるべきだ。

    Οι καλές πράξεις πρέπει να ανταμείβονται με καλές πράξεις.

  • 彼女かのじょは、自分じぶんたいするかれ裏切うらぎりにいつかむくこころちかった。

    Ορκίστηκε στον εαυτό της ότι κάποια μέρα θα τον εκδικηθεί για την προδοσία του.

Κλίση

Παρόν (απλό)
報う
Παρόν (ευγενικό)
報います
Άρνηση (απλή)
報わない
Άρνηση (ευγενική)
報いません
Παρελθόν (απλό)
報った
Παρελθόν (ευγενικό)
報いました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
報わなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
報いませんでした
Τε-μορφή
報って
Δυνητική
報える
Προστακτική
報え
Βουλητική
報おう
Υποθετική (ば)
報えば