ほうずる

ρήμα | N1 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αναφέρω, ενημερώνω
  2. 02 ανταποδίδω, ανταμείβω

Κλίση

Παρόν (απλό)
報ずる
Παρόν (ευγενικό)
報ずます
Άρνηση (απλή)
報ずない
Άρνηση (ευγενική)
報ずません
Παρελθόν (απλό)
報ずた
Παρελθόν (ευγενικό)
報ずました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
報ずなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
報ずませんでした
Τε-μορφή
報ずて
Δυνητική
報ずられる
Προστακτική
報ずろ
Βουλητική
報ずよう
Υποθετική (ば)
報ずれば