場所入
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 άφιξη των παλαιστών στον χώρο διεξαγωγής του τουρνουά
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 場所入する
- Παρόν (ευγενικό)
- 場所入します
- Άρνηση (απλή)
- 場所入しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 場所入しません
- Παρελθόν (απλό)
- 場所入した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 場所入しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 場所入しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 場所入しませんでした
- Τε-μορφή
- 場所入して
- Δυνητική
- 場所入できる
- Προστακτική
- 場所入しろ
- Βουλητική
- 場所入しよう
- Υποθετική (ば)
- 場所入すれば
- Υποθετική (たら)
- 場所入したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 場所入したい
- Απαγορευτική (~な)
- 場所入するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 場所入しなさい
- Παθητική
- 場所入される
- Αιτιατική
- 場所入させる