ふさがる

ρήμα | N2 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα κλείνω, φράζω, επουλώνομαι (π.χ. πληγή), σφραγίζομαι
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα βουλώνω, αποφράσσομαι
  3. 03 συνήθως γραμμένο με κάνα καταλαμβάνομαι, δεσμεύομαι (π.χ. κατάλυμα)

Παραδείγματα

  • みちふさがります

    Ο δρόμος είναι κλειστός.

  • いまふさがっているので、あと手伝てつだいます。

    Αυτή τη στιγμή είμαι απασχολημένος, οπότε θα σε βοηθήσω αργότερα.

  • 大雨おおあめのせいで、落石らっせき道路どうろ完全かんぜんふさがり、くるま通行つうこうできなくなりました。

    Λόγω της δυνατής βροχής, η οδός έκλεισε εντελώς από κατολίσθηση και τα οχήματα δεν μπορούσαν να περάσουν.

Κλίση

Παρόν (απλό)
塞がる
Παρόν (ευγενικό)
塞がります
Άρνηση (απλή)
塞がらない
Άρνηση (ευγενική)
塞がりません
Παρελθόν (απλό)
塞がった
Παρελθόν (ευγενικό)
塞がりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
塞がらなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
塞がりませんでした
Τε-μορφή
塞がって
Δυνητική
塞がれる
Προστακτική
塞がれ
Βουλητική
塞がろう
Υποθετική (ば)
塞がれば