塞ぐ
ρήμα | N2 | Μετάφραση από JMdict
- 01 φράζω, κλείνω, βουλώνω, καλύπτω (π.χ. αυτιά, μάτια κ.λπ.), κλείνω (π.χ. μάτια, στόμα)
- 02 εμποδίζω, φράζω
- 03 καταλαμβάνω, γεμίζω, πιάνω (χώρο)
- 04 εκπληρώνω τον ρόλο μου, κάνω το καθήκον μου
- 05 νιώθω κατάθλιψη, είμαι σε πεσμένη διάθεση, μελαγχολώ, κατσουφιάζω
Παραδείγματα
-
耳を塞ぎます。
Καλύπτω τα αυτιά μου.
-
倒木が道を塞いでいます。
Ένα πεσμένο δέντρο έχει φράξει τον δρόμο.
-
最近、気持ちが塞ぎがちで、なかなかやる気が起きません。
Τελευταία νιώθω κάπως πεσμένος και δεν βρίσκω εύκολα το κίνητρο.
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 塞ぐ
- Παρόν (ευγενικό)
- 塞ぎます
- Άρνηση (απλή)
- 塞がない
- Άρνηση (ευγενική)
- 塞ぎません
- Παρελθόν (απλό)
- 塞いだ
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 塞ぎました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 塞がなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 塞ぎませんでした
- Τε-μορφή
- 塞いで
- Δυνητική
- 塞げる
- Προστακτική
- 塞げ
- Βουλητική
- 塞ごう
- Υποθετική (ば)
- 塞げば
- Υποθετική (たら)
- 塞いだら
- Επιθυμητική (~たい)
- 塞ぎたい
- Απαγορευτική (~な)
- 塞ぐな
- Προστακτική (ευγενική)
- 塞ぎなさい
- Παθητική
- 塞がれる
- Αιτιατική
- 塞がせる