塩っぱい
επίθετο | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα αλμυρός
- 02 συνήθως γραμμένο με κάνα υπολογιστικός, τσιγκούνης
- 03 συνήθως γραμμένο με κάνα συνοφρυωμένος, γκριματσιάρης, σκυθρωπός
- 04 συνήθως γραμμένο με κάνα βραχνός
- 05 καθομιλουμένη συνήθως γραμμένο με κάνα κατώτερος, φτωχός, βαρετός, ανιαρός
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 塩っぱい
- Παρόν (ευγενικό)
- 塩っぱいです
- Άρνηση (απλή)
- 塩っぱくない
- Άρνηση (ευγενική)
- 塩っぱくないです
- Παρελθόν (απλό)
- 塩っぱかった
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 塩っぱかったです
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 塩っぱくなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 塩っぱくなかったです
- Τε-μορφή
- 塩っぱくて
- Υποθετική (ば)
- 塩っぱければ
- Υποθετική (たら)
- 塩っぱかったら