しおもみ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 πασπάλισμα ωμού λαχανικού με αλάτι και τρίψιμο αυτού

Κλίση

Παρόν (απλό)
塩もみする
Παρόν (ευγενικό)
塩もみします
Άρνηση (απλή)
塩もみしない
Άρνηση (ευγενική)
塩もみしません
Παρελθόν (απλό)
塩もみした
Παρελθόν (ευγενικό)
塩もみしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
塩もみしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
塩もみしませんでした
Τε-μορφή
塩もみして
Δυνητική
塩もみできる
Προστακτική
塩もみしろ
Βουλητική
塩もみしよう
Υποθετική (ば)
塩もみすれば