えん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 χλωρίωση, αλατοποίηση
  2. 02 χλωρίδιο

Κλίση

Παρόν (απλό)
塩化する
Παρόν (ευγενικό)
塩化します
Άρνηση (απλή)
塩化しない
Άρνηση (ευγενική)
塩化しません
Παρελθόν (απλό)
塩化した
Παρελθόν (ευγενικό)
塩化しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
塩化しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
塩化しませんでした
Τε-μορφή
塩化して
Δυνητική
塩化できる
Προστακτική
塩化しろ
Βουλητική
塩化しよう
Υποθετική (ば)
塩化すれば