塩梅
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
Άλλες αναγνώσεις: えんばい
- 01 ειδικά ως 塩梅 καρύκευμα, γεύση
- 02 ειδικά ως 塩梅 κατάσταση, συνθήκη
- 03 ειδικά ως 塩梅 κατάσταση υγείας, σωματική κατάσταση
- 04 ειδικά ως 按配 διευθέτηση, κατανομή, προσαρμογή, χειρισμός
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 塩梅する
- Παρόν (ευγενικό)
- 塩梅します
- Άρνηση (απλή)
- 塩梅しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 塩梅しません
- Παρελθόν (απλό)
- 塩梅した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 塩梅しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 塩梅しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 塩梅しませんでした
- Τε-μορφή
- 塩梅して
- Δυνητική
- 塩梅できる
- Προστακτική
- 塩梅しろ
- Βουλητική
- 塩梅しよう
- Υποθετική (ば)
- 塩梅すれば
- Υποθετική (たら)
- 塩梅したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 塩梅したい
- Απαγορευτική (~な)
- 塩梅するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 塩梅しなさい
- Παθητική
- 塩梅される
- Αιτιατική
- 塩梅させる