しお

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 πάστωμα σε αλάτι, τρόφιμο διατηρημένο σε αλάτι
  2. 02 διακράτηση (μετοχών, γης, κ.λπ.) για παρατεταμένο χρονικό διάστημα έως ότου αυξηθεί η αξία τους, αδιάθετο, αχρησιμοποίητο, σε κατάσταση αναμονής

Κλίση

Παρόν (απλό)
塩漬けする
Παρόν (ευγενικό)
塩漬けします
Άρνηση (απλή)
塩漬けしない
Άρνηση (ευγενική)
塩漬けしません
Παρελθόν (απλό)
塩漬けした
Παρελθόν (ευγενικό)
塩漬けしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
塩漬けしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
塩漬けしませんでした
Τε-μορφή
塩漬けして
Δυνητική
塩漬けできる
Προστακτική
塩漬けしろ
Βουλητική
塩漬けしよう
Υποθετική (ば)
塩漬けすれば