さかいする

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 οριοθετώ, θέτω όρια

Κλίση

Παρόν (απλό)
境する
Παρόν (ευγενικό)
境します
Άρνηση (απλή)
境しない
Άρνηση (ευγενική)
境しません
Παρελθόν (απλό)
境した
Παρελθόν (ευγενικό)
境しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
境しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
境しませんでした
Τε-μορφή
境して
Δυνητική
境できる
Προστακτική
境しろ
Βουλητική
境しよう
Υποθετική (ば)
境すれば