墓はか場ば

ουσιαστικό | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 νεκροταφείο, κοιμητήριο

Παραδείγματα

  • 彼かれは墓場はかばに行いきました。

    Πήγε στο νεκροταφείο.

  • 私わたしたちは古ふるい墓場はかばの中なかを歩あるきました。

    Περπατήσαμε μέσα στο παλιό νεκροταφείο.

  • 町まちの外そとれにある、歴史れきしある墓場はかばには、様々さまざまな時代じだいの物語ものがたりが眠ねむっているかのようだ。

    Φαίνεται σαν στο ιστορικό νεκροταφείο στα περίχωρα της πόλης, να κοιμούνται ιστορίες από διάφορες εποχές.