ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ανατύπωση, πρόσθετη εκτύπωση

Κλίση

Παρόν (απλό)
増し刷りする
Παρόν (ευγενικό)
増し刷りします
Άρνηση (απλή)
増し刷りしない
Άρνηση (ευγενική)
増し刷りしません
Παρελθόν (απλό)
増し刷りした
Παρελθόν (ευγενικό)
増し刷りしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
増し刷りしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
増し刷りしませんでした
Τε-μορφή
増し刷りして
Δυνητική
増し刷りできる
Προστακτική
増し刷りしろ
Βουλητική
増し刷りしよう
Υποθετική (ば)
増し刷りすれば