やす

ρήμα | N3 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αυξάνω, προσθέτω, επαυξάνω

Παραδείγματα

  • みずやします

    Αυξάνω το νερό.

  • 最近さいきん貯金ちょきんやしました

    Τελευταία, αύξησα τις αποταμιεύσεις μου.

  • 環境問題かんきょうもんだい解決かいけつするためには、わたしたちの意識いしきたかめ、行動こうどうやす必要ひつようがあります。

    Για να λύσουμε τα περιβαλλοντικά προβλήματα, είναι απαραίτητο να ευαισθητοποιηθούμε και να αυξήσουμε τις ενέργειές μας.

Κλίση

Παρόν (απλό)
増やす
Παρόν (ευγενικό)
増やします
Άρνηση (απλή)
増やさない
Άρνηση (ευγενική)
増やしません
Παρελθόν (απλό)
増やした
Παρελθόν (ευγενικό)
増やしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
増やさなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
増やしませんでした
Τε-μορφή
増やして
Δυνητική
増やせる
Προστακτική
増やせ
Βουλητική
増やそう
Υποθετική (ば)
増やせば