増作
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 καλή σοδειά, αυξημένη απόδοση
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 増作する
- Παρόν (ευγενικό)
- 増作します
- Άρνηση (απλή)
- 増作しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 増作しません
- Παρελθόν (απλό)
- 増作した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 増作しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 増作しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 増作しませんでした
- Τε-μορφή
- 増作して
- Δυνητική
- 増作できる
- Προστακτική
- 増作しろ
- Βουλητική
- 増作しよう
- Υποθετική (ば)
- 増作すれば
- Υποθετική (たら)
- 増作したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 増作したい
- Απαγορευτική (~な)
- 増作するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 増作しなさい
- Παθητική
- 増作される
- Αιτιατική
- 増作させる