増刊
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ειδική έκδοση (περιοδικού κ.λπ.), κυκλοφορία έκτακτου τεύχους
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 増刊する
- Παρόν (ευγενικό)
- 増刊します
- Άρνηση (απλή)
- 増刊しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 増刊しません
- Παρελθόν (απλό)
- 増刊した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 増刊しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 増刊しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 増刊しませんでした
- Τε-μορφή
- 増刊して
- Δυνητική
- 増刊できる
- Προστακτική
- 増刊しろ
- Βουλητική
- 増刊しよう
- Υποθετική (ば)
- 増刊すれば
- Υποθετική (たら)
- 増刊したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 増刊したい
- Απαγορευτική (~な)
- 増刊するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 増刊しなさい
- Παθητική
- 増刊される
- Αιτιατική
- 増刊させる