ぞうしょう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 επέκταση χώρου πωλήσεων
  2. 02 αύξηση αριθμού κλινών (σε νοσοκομείο κ.ά.)

Κλίση

Παρόν (απλό)
増床する
Παρόν (ευγενικό)
増床します
Άρνηση (απλή)
増床しない
Άρνηση (ευγενική)
増床しません
Παρελθόν (απλό)
増床した
Παρελθόν (ευγενικό)
増床しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
増床しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
増床しませんでした
Τε-μορφή
増床して
Δυνητική
増床できる
Προστακτική
増床しろ
Βουλητική
増床しよう
Υποθετική (ば)
増床すれば