ぞうえん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ενίσχυση (π.χ. στρατευμάτων)

Κλίση

Παρόν (απλό)
増援する
Παρόν (ευγενικό)
増援します
Άρνηση (απλή)
増援しない
Άρνηση (ευγενική)
増援しません
Παρελθόν (απλό)
増援した
Παρελθόν (ευγενικό)
増援しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
増援しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
増援しませんでした
Τε-μορφή
増援して
Δυνητική
増援できる
Προστακτική
増援しろ
Βουλητική
増援しよう
Υποθετική (ば)
増援すれば