ぞうはつ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αύξηση του αριθμού των δρομολογίων (τρένων, αεροπλάνων κ.λπ.)
  2. 02 αύξηση της έκδοσης ομολόγων, αυξημένη έκδοση

Κλίση

Παρόν (απλό)
増発する
Παρόν (ευγενικό)
増発します
Άρνηση (απλή)
増発しない
Άρνηση (ευγενική)
増発しません
Παρελθόν (απλό)
増発した
Παρελθόν (ευγενικό)
増発しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
増発しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
増発しませんでした
Τε-μορφή
増発して
Δυνητική
増発できる
Προστακτική
増発しろ
Βουλητική
増発しよう
Υποθετική (ば)
増発すれば