かべかる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 στηρίζομαι στον τοίχο, ακουμπάω στον τοίχο

Κλίση

Παρόν (απλό)
壁に寄り掛かる
Παρόν (ευγενικό)
壁に寄り掛かります
Άρνηση (απλή)
壁に寄り掛からない
Άρνηση (ευγενική)
壁に寄り掛かりません
Παρελθόν (απλό)
壁に寄り掛かった
Παρελθόν (ευγενικό)
壁に寄り掛かりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
壁に寄り掛からなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
壁に寄り掛かりませんでした
Τε-μορφή
壁に寄り掛かって
Δυνητική
壁に寄り掛かれる
Προστακτική
壁に寄り掛かれ
Βουλητική
壁に寄り掛かろう
Υποθετική (ば)
壁に寄り掛かれば