かべドン

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αργκό χτυπώ το χέρι στον τοίχο μπροστά από κάποιον (π.χ. για να τον εμποδίσω να φύγει· συχνά θεωρείται ρομαντικό)
  2. 02 καθομιλουμένη χτυπώ τον τοίχο (π.χ. για να κάνω ησυχία στον γείτονα)

Κλίση

Παρόν (απλό)
壁ドンする
Παρόν (ευγενικό)
壁ドンします
Άρνηση (απλή)
壁ドンしない
Άρνηση (ευγενική)
壁ドンしません
Παρελθόν (απλό)
壁ドンした
Παρελθόν (ευγενικό)
壁ドンしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
壁ドンしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
壁ドンしませんでした
Τε-μορφή
壁ドンして
Δυνητική
壁ドンできる
Προστακτική
壁ドンしろ
Βουλητική
壁ドンしよう
Υποθετική (ば)
壁ドンすれば