かいらん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 διαφθορά (της τάξης, των ηθών, κ.λπ.), υπονόμευση, παρακμή
  2. 02 κατάρρευση (ενός οργανισμού, συστήματος, κ.λπ.), διάλυση

Κλίση

Παρόν (απλό)
壊乱する
Παρόν (ευγενικό)
壊乱します
Άρνηση (απλή)
壊乱しない
Άρνηση (ευγενική)
壊乱しません
Παρελθόν (απλό)
壊乱した
Παρελθόν (ευγενικό)
壊乱しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
壊乱しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
壊乱しませんでした
Τε-μορφή
壊乱して
Δυνητική
壊乱できる
Προστακτική
壊乱しろ
Βουλητική
壊乱しよう
Υποθετική (ば)
壊乱すれば