そうしゃしの

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ξεπερνώ τους νέους σε ικανότητες, βάζω τους νέους κάτω

Κλίση

Παρόν (απλό)
壮者を凌ぐ
Παρόν (ευγενικό)
壮者を凌ぎます
Άρνηση (απλή)
壮者を凌がない
Άρνηση (ευγενική)
壮者を凌ぎません
Παρελθόν (απλό)
壮者を凌いだ
Παρελθόν (ευγενικό)
壮者を凌ぎました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
壮者を凌がなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
壮者を凌ぎませんでした
Τε-μορφή
壮者を凌いで
Δυνητική
壮者を凌げる
Προστακτική
壮者を凌げ
Βουλητική
壮者を凌ごう
Υποθετική (ば)
壮者を凌げば