こえ

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 βγάζω φωνή, βγάζω ήχο
  2. 02 μπορώ να μιλήσω

Παραδείγματα

  • とりこえます

    Το πουλί βγάζει ήχο.

  • 緊張きんちょうしすぎて、最初さいしょこえませんでした

    Ήμουν τόσο αγχωμένος που στην αρχή δεν έβγαινε η φωνή μου.

  • 突然とつぜん出来事できごとに、わたしおどろきのあまりこえなかった

    Από το ξαφνικό γεγονός, έμεινα τόσο έκπληκτος που δεν μπόρεσα να βγάλω άχνα.

Κλίση

Παρόν (απλό)
声が出る
Παρόν (ευγενικό)
声が出ます
Άρνηση (απλή)
声が出ない
Άρνηση (ευγενική)
声が出ません
Παρελθόν (απλό)
声が出た
Παρελθόν (ευγενικό)
声が出ました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
声が出なかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
声が出ませんでした
Τε-μορφή
声が出て
Δυνητική
声が出られる
Προστακτική
声が出ろ
Βουλητική
声が出よう
Υποθετική (ば)
声が出れば