声をかける
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 χαιρετώ, φωνάζω σε, πιάνω κουβέντα σε (κάποιον)
- 02 καλώ, προσκαλώ, επικοινωνώ, ενημερώνω (κάποιον ότι βρίσκομαι στην περιοχή ή έχω χρόνο να συναντηθούμε κ.λ.π.)
- 03 επευφημώ, ενθαρρύνω, υποστηρίζω φωνητικά
Παραδείγματα
-
友達に声をかける。
Χαιρετάω τον φίλο μου.
-
困っている人に、そっと声をかけてみました。
Προσπάθησα να μιλήσω διακριτικά σε κάποιον που φαινόταν προβληματισμένος.
-
プロジェクトの成功には、チームメンバー一人ひとりに積極的に声をかけ、協力体制を築くことが不可欠だ。
Για την επιτυχία του έργου, είναι απαραίτητο να επικοινωνούμε ενεργά με κάθε μέλος της ομάδας και να χτίζουμε ένα συνεργατικό πλαίσιο.
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 声をかける
- Παρόν (ευγενικό)
- 声をかけます
- Άρνηση (απλή)
- 声をかけない
- Άρνηση (ευγενική)
- 声をかけません
- Παρελθόν (απλό)
- 声をかけた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 声をかけました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 声をかけなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 声をかけませんでした
- Τε-μορφή
- 声をかけて
- Δυνητική
- 声をかけられる
- Προστακτική
- 声をかけろ
- Βουλητική
- 声をかけよう
- Υποθετική (ば)
- 声をかければ
- Υποθετική (たら)
- 声をかけたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 声をかけたい
- Απαγορευτική (~な)
- 声をかけるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 声をかけなさい
- Παθητική
- 声をかけられる
- Αιτιατική
- 声をかけさせる