売っぱらう
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 καθομιλουμένη ξεπουλάω, πουλάω τα πάντα
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 売っぱらう
- Παρόν (ευγενικό)
- 売っぱらいます
- Άρνηση (απλή)
- 売っぱらわない
- Άρνηση (ευγενική)
- 売っぱらいません
- Παρελθόν (απλό)
- 売っぱらった
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 売っぱらいました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 売っぱらわなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 売っぱらいませんでした
- Τε-μορφή
- 売っぱらって
- Δυνητική
- 売っぱらえる
- Προστακτική
- 売っぱらえ
- Βουλητική
- 売っぱらおう
- Υποθετική (ば)
- 売っぱらえば
- Υποθετική (たら)
- 売っぱらったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 売っぱらいたい
- Απαγορευτική (~な)
- 売っぱらうな
- Προστακτική (ευγενική)
- 売っぱらいなさい
- Παθητική
- 売っぱらわれる
- Αιτιατική
- 売っぱらわせる