Ευρετήριο
Σχετικά
Ευρετήριο
Σχετικά
Αρχική
売り切り
売
売
う
り
切
き
り
ουσιαστικό
|
Μετάφραση από
JMdict
01
ξεπούλημα (π.χ. ξεπούλημα εμπορευμάτων), εξάντληση αποθέματος
02
πώληση με εφάπαξ καταβολή
03
συναλλαγή ομολόγων χωρίς δυνατότητα επαναγοράς