売ばい買ばい

ουσιαστικό, ρήμα | N2 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εμπόριο, αγοραπωλησία, διακίνηση (π.χ. ανθρώπων, όπλων, ναρκωτικών), συναλλαγή

Παραδείγματα

  • 私わたしたちは売買ばいばいをします。

    Εμείς κάνουμε αγοραπωλησίες.

  • 土地とちの売買ばいばいが成立せいりつしました。

    Η συναλλαγή για το οικόπεδο ολοκληρώθηκε.

  • 近年きんねん、インターネットを介かいした違法いほうな薬物やくぶつの売買ばいばいが深刻しんこくな問題もんだいとなっています。

    Τα τελευταία χρόνια, η παράνομη διακίνηση ναρκωτικών μέσω του διαδικτύου έχει γίνει ένα σοβαρό πρόβλημα.

Κλίση

Παρόν (απλό)
売買する
Παρόν (ευγενικό)
売買します
Άρνηση (απλή)
売買しない
Άρνηση (ευγενική)
売買しません
Παρελθόν (απλό)
売買した
Παρελθόν (ευγενικό)
売買しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
売買しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
売買しませんでした
Τε-μορφή
売買して
Δυνητική
売買できる
Προστακτική
売買しろ
Βουλητική
売買しよう
Υποθετική (ば)
売買すれば