わりやすい

επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 μεταβλητός, ασταθής, ευμετάβλητος (π.χ. ο καιρός)

Κλίση

Παρόν (απλό)
変わりやすい
Παρόν (ευγενικό)
変わりやすいです
Άρνηση (απλή)
変わりやすくない
Άρνηση (ευγενική)
変わりやすくないです
Παρελθόν (απλό)
変わりやすかった
Παρελθόν (ευγενικό)
変わりやすかったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
変わりやすくなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
変わりやすくなかったです
Τε-μορφή
変わりやすくて
Υποθετική (ば)
変わりやすければ