わりてる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 μεταμορφώνομαι εντελώς (προς το χειρότερο), αλλάζω τελείως μορφή

Κλίση

Παρόν (απλό)
変わり果てる
Παρόν (ευγενικό)
変わり果てます
Άρνηση (απλή)
変わり果てない
Άρνηση (ευγενική)
変わり果てません
Παρελθόν (απλό)
変わり果てた
Παρελθόν (ευγενικό)
変わり果てました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
変わり果てなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
変わり果てませんでした
Τε-μορφή
変わり果てて
Δυνητική
変わり果てられる
Προστακτική
変わり果てろ
Βουλητική
変わり果てよう
Υποθετική (ば)
変わり果てれば