へんらん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ταραχή, εξέγερση, πόλεμος

Κλίση

Παρόν (απλό)
変乱する
Παρόν (ευγενικό)
変乱します
Άρνηση (απλή)
変乱しない
Άρνηση (ευγενική)
変乱しません
Παρελθόν (απλό)
変乱した
Παρελθόν (ευγενικό)
変乱しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
変乱しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
変乱しませんでした
Τε-μορφή
変乱して
Δυνητική
変乱できる
Προστακτική
変乱しろ
Βουλητική
変乱しよう
Υποθετική (ば)
変乱すれば