へん調ちょう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ανωμαλία, παρέκκλιση
  2. 02 αλλαγή τόνου, μετατροπία
  3. 03 διαμόρφωση

Κλίση

Παρόν (απλό)
変調する
Παρόν (ευγενικό)
変調します
Άρνηση (απλή)
変調しない
Άρνηση (ευγενική)
変調しません
Παρελθόν (απλό)
変調した
Παρελθόν (ευγενικό)
変調しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
変調しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
変調しませんでした
Τε-μορφή
変調して
Δυνητική
変調できる
Προστακτική
変調しろ
Βουλητική
変調しよう
Υποθετική (ば)
変調すれば