へんしつ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αλλοίωση (χαρακτήρα ή ουσίας), μεταβολή ποιότητας, μετασχηματισμός, φθορά, εκφυλισμός, μετουσίωση
  2. 02 διαστροφή (κυρίως σεξουαλική)

Κλίση

Παρόν (απλό)
変質する
Παρόν (ευγενικό)
変質します
Άρνηση (απλή)
変質しない
Άρνηση (ευγενική)
変質しません
Παρελθόν (απλό)
変質した
Παρελθόν (ευγενικό)
変質しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
変質しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
変質しませんでした
Τε-μορφή
変質して
Δυνητική
変質できる
Προστακτική
変質しろ
Βουλητική
変質しよう
Υποθετική (ば)
変質すれば