みん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 καμίν (θερινός λήθαργος), θερινή νάρκη

Κλίση

Παρόν (απλό)
夏眠する
Παρόν (ευγενικό)
夏眠します
Άρνηση (απλή)
夏眠しない
Άρνηση (ευγενική)
夏眠しません
Παρελθόν (απλό)
夏眠した
Παρελθόν (ευγενικό)
夏眠しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
夏眠しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
夏眠しませんでした
Τε-μορφή
夏眠して
Δυνητική
夏眠できる
Προστακτική
夏眠しろ
Βουλητική
夏眠しよう
Υποθετική (ば)
夏眠すれば